Σχέδιο ΑΘΗΝΑ - Δημιουργία Σχολών

Αθήνα 19/2/2013

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

            Το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο την τρέχουσα χρονική περίοδο βρίσκεται ενώπιον μίας “απειλής” (Σχέδιο ΑΘΗΝΑ) και μίας σημαντικής πρόκλησης (Δημιουργία Σχολών) που από τις έως τώρα πολύ περιορισμένες αντιδράσεις (εννοώ συμμετοχή στο διάλογο μέσω διαδικτύου) των μελών ΔΕΠ δεν φαίνεται να έχουμε συνειδητοποιήσει τις προθέσεις της Πολιτείας για το άμεσο και απώτερο μέλλον του Πανεπιστημίου μας.

            Η απαράδεκτη, κατά την άποψή μου, πρόταση του Υπουργείου προς το ΣΙ κατ’ αρχήν παραβιάζει κατάφωρα την αυτοτέλεια και το αυτοδιοίκητο του Πανεπιστημίου μας προτείνοντας την “αναβάθμιση” δύο Τμημάτων σε Σχολές και την υποβάθμιση – συρρίκνωση των υπολοίπων σε μία Σχολή. Ο απώτερος στόχος νομίζω ότι είναι η αποκοπή των δύο αυτών Τμημάτων από το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και η μελλοντική ενσωμάτωσή τους (άρα κατάργησή τους ουσιαστικά) σε ευρύτερους σχηματισμούς (ομοειδείς – συναφείς Σχολές) του Ομοσπονδιακού Πανεπιστημίου «Αδαμάντιος Κοραής».

            Οι Γενικές Συνελεύσεις κάποιων Τμημάτων παίρνουν σαφή αρνητική θέση στο Σχέδιο ΑΘΗΝΑ διαβλέποντας τη σοβαρή συρρίκνωση και υποβάθμιση του Πανεπιστημίου μας σε μία Σχολή, ενώ κάποια άλλα φαίνεται να αρέσκονται στην ιδέα του Υπουργείου να γίνουν ανεξάρτητες Σχολές παρά το μικρό τους μέγεθος (περί τα 15 μέλη ΔΕΠ το καθένα !), παραβλέποντας τον απώτερο στόχο του Υπουργείου να συνενώσει συναφή Τμήματα μεταξύ Πανεπιστημίων για εξοικονόμηση πόρων, όπως υπαγορεύει το Μνημόνιο.

            Το Πανεπιστήμιό μας νομίζω ότι με τη μοναδικότητα του επιστημονικού του αντικειμένου (το μοναδικό Γεωπονικών Σπουδών στη Χώρα) και την ανεκτίμητη συμβολή του στην Ελληνική γεωργία και οικονομία, με τα περιουσιακά στοιχεία που διαθέτει (Αγροκτήματα) και την αυτάρκειά του σε κτήρια και υποδομές (τα άλλα Πανεπιστήμια πληρώνουν τεράστια ποσά για ενοικίαση κτηρίων για διδασκαλία), πρέπει να παραμείνει ανεξάρτητο. Η συνένωσή του με τα υπόλοιπα τέσσερα Πανεπιστήμια ούτε χρήματα εξοικονομεί για την Πολιτεία ούτε σύμφωνη με τα γνωστικά πεδία είναι αφού η επιστημονική συνάφεια των αντικειμένων του Γεωπονικού Πανεπιστημίου με τα υπόλοιπα είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Η μόνη συνάφεια, και αυτή μερική, που υπάρχει είναι με το Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο. Ομοίως, μεταξύ των τριών λοιπών Πανεπιστημίων υπάρχει σημαντική συνάφεια.

            Η επιχειρούμενη συνένωση θα δημιουργήσει άμεσα τεράστια προβλήματα διαχείρισης πόρων, προσωπικού, περιουσιακών στοιχείων κλπ. με εκδήλωση ανταγωνιστικών φαινομένων για θέματα οικονομικά και τόσα άλλα απρόβλεπτα. Τα μεγάλα Πανεπιστήμια (Ε.Κ.Π.Α., Α.Π.Θ. κλπ.) που στεγάζουν πολλές “διαφορετικές” Σχολές έχουν πίσω τους μία ζωή περίπου 220 ετών και ιδρύθηκαν σε διαφορετικές εποχές.

            Πιστεύω ότι χρειάζεται έντονη και άμεση ενεργός δράση των θεσμικών οργάνων του Πανεπιστημίου μας, πέραν των Πρυτανικών Αρχών που συνδιαλέγονται με τις υπόλοιπες Πρυτανικές Αρχές και την ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, με υποβολή αιτιολογημένης πρότασης.

            Πιο συγκεκριμένα, θα έβλεπα σε πρώτη φάση το ΣΙ του Πανεπιστημίου μας να συναντηθεί με τα αντίστοιχα ΣΙ των υπολοίπων τεσσάρων Πανεπιστημίων και ιδιαίτερα με αυτό του Χαροκοπείου για να διαπιστώσει τις πραγματικές τους προθέσεις για μία εναλλακτική πρόταση – λύση. Ανάλογη κίνηση μπορούν, και πρέπει να κάνουν, και οι Πρόεδροι των Τμημάτων συντονισμένοι με το ΣΙ του Πανεπιστημίου. Αν πάλι έχουν ήδη γίνει τέτοιες κινήσεις και υπάρχουν ανακοινώσιμα αποτελέσματα, ας ενημερωθούμε. Φοβάμαι ότι χάνουμε πολύτιμο χρόνο και θα βρεθούμε προ τετελεσμένων γεγονότων. Τουλάχιστον ας έχουμε προσπαθήσει στο μέτρο του εφικτού από την πλευρά μας.

            Όσον αφορά τη Δημιουργία Σχολών στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο, αν και κάποιοι με ειλικρίνεια ομολογούν ότι το 2006 χάθηκε η ευκαιρία, κάτι που βρίσκουμε τώρα μπροστά μας υποχρεωτικά, φοβάμαι ότι και τώρα δεν υπάρχει συγκροτημένος, οργανωμένος και συστηματικός διάλογος για το θέμα από τα υπάρχοντα θεσμικά όργανα (ΣΙ και Πρόεδροι Τμημάτων), κάτι που μπορεί να έχει απρόβλεπτες συνέπειες για το μέλλον του Γεωπονικού Πανεπιστημίου και του κλάδου γενικότερα. Τότε, το 2006, επιχειρήθηκε η δημιουργία Σχολών με δική μας πρωτοβουλία. Τώρα μας επιβάλλεται και μας προτείνεται ήδη “εκ των άνω” λύση, την οποία θεωρώ από κάθε πλευρά απαράδεκτη όπως προανέφερα.

            Και για το θέμα αυτό τα Τμήματα παίρνουν κάποιες αποφάσεις, το καθένα με το δικό του σκεπτικό που κατ’ αρχήν είναι σεβαστές. Μεταξύ των αποφάσεων αυτών όμως υπάρχει μεγάλη διάσταση απόψεων για τη συγκρότηση Σχολών. Πέραν αυτών, υπάρχει η Πρόταση του Υπουργείου με την οποία διαβλέπω ότι συντάσσονται κάποιοι εκτιμώντας βραχυπρόθεσμο όφελος (ήδη αναφέρθηκα παραπάνω σ’ αυτό). Δύο άλλα Τμήματα (Αξιοποίησης Φυσικών Πόρων & Γεωργικής Μηχανικής και Γεωπονικής Βιοτεχνολογίας) τα μέλη των οποίων βρίσκονται προ πολλού χωρισμένα σε δύο ομάδες με διαμετρικά αντίθετες απόψεις, ουσιαστικά βρίσκονται “εν διαστάσει” και θέλουν να οριστικοποιήσουν το “διαζύγιο” παρά τις όποιες αποφάσεις των Τμημάτων τους (όπου υπάρχουν).

            Όλα αυτά είναι υπαρκτά προβλήματα και πρέπει να αντιμετωπιστούν από τα θεσμικά όργανα που προαναφέρθηκαν και όλοι εμείς να αρθούμε στο ύψος των περιστάσεων και να απαλλαγούμε από ιδιοτελείς σκέψεις και υπολογισμούς, προκειμένου να ληφθούν οι άριστες αποφάσεις.

            Για το Πανεπιστήμιό μας είναι η τελευταία ευκαιρία να εναρμονιστεί με τα διεθνώς τεκταινόμενα και τις εξελίξεις του κλάδου. Είναι, επίσης, ευκαιρία να κάνουμε τις απαιτούμενες διορθωτικές κινήσεις στα προγράμματα σπουδών και σε πολλά άλλα θέματα γνωστά σε όλους μας. Το επισημαίνω αυτό γιατί μιλώντας με συναδέλφους διαπιστώνω την ύπαρξη φοβικών καταστάσεων στις εξελίξεις και αδυναμία να δουν το μέλλον του Πανεπιστημίου μας και των αποφοίτων μας στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται όχι μόνο στη Χώρα μας, αλλά και διεθνώς.

            Τέλος, θέλω να αναφέρω τους παρακάτω προβληματισμούς για το χειρισμό των δύο παραπάνω θεμάτων. Συγκεκριμένα:

  • Η Σύγκλητος έχοντας διαφορετικές αποφάσεις από τα Τμήματα θα μπορέσει να καταλήξει στο καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για το Γ.Π.Α.; Νομίζω ότι οι Πρόεδροι πρέπει να έχουν κατά νου τις αποφάσεις των Τμημάτων τους, αλλά πρέπει να έχουν και την απαιτούμενη ευελιξία να συναποφασίσουν. Δηλαδή, να μην είναι απόλυτα “δέσμιοι” των αποφάσεων των Τμημάτων, γιατί ίσως υπάρξει αδιέξοδο ή λανθασμένες αποφάσεις.
  • Το ΣΙ θα έχει τις δικές του απόψεις, μετά και το συνοπτικό (επαρκή;) διάλογο που έκανε με τα Τμήματα; Αν όμως δεν συμφωνεί με τη Σύγκλητο τι θα γίνει;  Ποιος, τελικά, θα κάνει την τελική σύνθεση αυτών των επιμέρους προτάσεων; Για να επιτευχθεί η σύνθεση αυτή πρέπει να προηγηθεί η επιλογή και αποδοχή από όλους κάποιων αρχών και κριτηρίων για τη δημιουργία Σχολών και στη συνέχεια να γίνει η ένταξη Τμημάτων, Εργαστηρίων ή μελών ΔΕΠ σε κάθε Σχολή.        

            Κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει όλα τα θεσμικά όργανα του Πανεπιστημίου (Πρυτανεία, Σύγκλητος, Σ.Ι) να κάνουν εξαντλητικό διάλογο μεταξύ τους, το συντομότερο δυνατόν, και να καταλήξουν σε μία βιώσιμη και άριστη λύση. Η λύση αυτή να δημοσιοποιηθεί στο Πανεπιστήμιο και στη συνέχεια να αποφασιστεί θεσμικά. Αν υπάρξουν μεμονωμένες και βιαστικές αποφάσεις φοβάμαι ότι θα μπούμε σε περιπέτεια και θα μας επιβληθούν λύσεις, εκ των άνω, που θα είναι καταστροφικές για το Πανεπιστήμιό μας. Πρέπει, λοιπόν, να εκφραστούν μέσα από το δικτυακό τόπο διαβουλεύσεων για το Σχέδιο ΑΘΗΝΑ όσο το δυνατόν περισσότερες απόψεις, ιδιαίτερα από τα νεότερα μέλη ΔΕΠ, ώστε τα θεσμικά όργανα του Πανεπιστημίου μας να κάνουν την καλύτερη δυνατή σύνθεση.

Καθηγητής Γεώργιος Ζέρβας